Σάββατο 14 Μαΐου 2011

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΑΝΔΡΑΒΙΔΑΣ-ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ



"Η πόλη της Ανδραβίδας, στα ανατολικά όρια του κάμπου Γαστούνης – Ανδραβίδας, επελέγη από τον γάλλο σταυροφόρο που ξεκίνησε την κατάληψη της Πελοποννήσου, Γουλιέλμο Σαμπλίττη, ως πρωτεύουσα του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Πριν από τη φραγκική κατοχή ήταν ήδη μια από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες πόλεις του Μοριά. Στο Χρονικό του Μορέως, η Ανδραβίδα αναφέρεται ως χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως. Ο συμπολεμιστής Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουίνος, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης, ασχολήθηκε με τη διανομή των φέουδων και την οργάνωση της ηγεμονίας του. Για τον καθορισμό αυτών των θεμάτων πραγματοποιήθηκε μια σύνοδος μεταξύ των φεουδαρχών στην Ανδραβίδα, κατά την οποία η πόλη ορίστηκε πρωτεύουσα του πριγκιπάτου. Έτσι, αποτέλεσε το πρώτο διοικητικό και πολιτικό κέντρο του νεοσύστατου φραγκικού κράτους. Επιπλέον, υπό τον Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουίνο (1210-1228/30) έγινε έδρα του επισκόπου Ωλένης1. Η μεγάλη ακμή της Ανδραβίδας επισκιάστηκε σύντομα από την οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Γλαρέντζα το 14ο αι., καθώς αυτή αποτέλεσε το εμπορικό κέντρο της Πελοποννήσου και το σημαντικότερο λιμάνι προς τη Δύση.


Σύμφωνα με το Αραγωνικό χρονικό, ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος (1246-78) κατασκεύασε εκεί τους ναούς της Αγίας Σοφίας, του Αγίου Στεφάνου και του Αγίου Ιακώβου. Στην πραγματικότητα, ο ναός του Αγίου Ιακώβου υπήρχε και πριν από το 1214 και εκεί είχαν ταφεί ο Γοδεφρείδος Α΄ και η οικογένειά του1. Έκτοτε, χρησίμευσε ως χώρος ταφής των Βιλλεαρδουίνων. Οι ναΐτες ιππότες εγκαταστάθηκαν το 1241. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο ναός είχε μετατραπεί σε τζαμί, ενώ ο περιηγητής de Pouqueville, που επισκέφθηκε την περιοχή το 1805, αναφέρει ότι είδε «…σε μικρή απόσταση από την Αγία Σοφία, μια γοτθική εκκλησία, που κατασκευάστηκε από τους Γάλλους, και μέχρι το 15ο αι. αποτελούσε τη μητρόπολη των Λατίνων επισκόπων…». Για το ναό του Αγίου Στεφάνου δεν υπάρχουν πληροφορίες, αν και πιστεύεται ότι επρόκειτο για το φραγκισκανικό ναό που αναφέρουν τα αρχεία του τάγματος.

Για την ιστορία της Αγίας Σοφίας δεν σώζονται γραπτές πηγές και οι μόνες πληροφορίες προέρχονται από τη μελέτη της αρχιτεκτονικής του κτηρίου. Η αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία έχει πραγματοποιήσει κατά καιρούς ανασκαφικές και αναστηλωτικές εργασίες, σε περιορισμένη όμως έκταση. Πιο σημαντικές ήταν οι αναστηλωτικές εργασίες στη στέγη του βόρειου παρεκκλησίου και το νοτιοανατολικό σταυροθόλιο, το 1964. Επίσης, ο C. Sheppard διεξήγαγε στο μνημείο έρευνες την περίοδο 1982-833. Τέλος, το 1985, ανασκαφική έρευνα διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο της Μιννεσότα4, κατά την οποία εντοπίστηκαν τα ερείπια ενός βυζαντινού ναού, που φαίνεται ότι προϋπήρχε στο σημείο

Περιγραφή ναού
Η Αγία Σοφία βρίσκεται στο κέντρο της σύγχρονης κωμόπολης και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα κατάλοιπα που υποδηλώνουν ότι η Ανδραβίδα υπήρξε κάποτε η πρωτεύουσα του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Από το ναό διατηρείται μόνο το τμήμα του ιερού. Αντιθέτως, τα λείψανα του κεντρικού κλίτους διακρίνονται ελάχιστα. Σε μερικά μόνο σημεία το ύψος τους ξεπερνά τα λίγα εκατοστά.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν επαρκή στοιχεία, για να αναπαραστήσουμε την αρχική μορφή. Επρόκειτο για μια επιμήκη βασιλική με τρία κλίτη, με τετράγωνη αψίδα ιερού και ορθογώνιες αυτές που αντιστοιχούν στα κλίτη.

Το κεντρικό κλίτος έχει διπλάσιο πλάτος από τα πλάγια, ενώ διακρίνονται ακόμη σε κάποια σημεία τα ίχνη των βάσεων των κιόνων, οι οποίοι πρέπει να έφεραν τις τοξοστοιχίες που χώριζαν τα κλίτη. Σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή των αρχών του 20ου αι., R. Rodd, αρχικά υπήρχαν 10 κίονες από γρανίτη, 4 από τους οποίους μεταφέρθηκαν σε άλλο ναό στα Λεχαινά6. Αν και κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό, αυτοί δεν έχουν εντοπιστεί7.

Η κάλυψη πρέπει να γινόταν με οξυκόρυφη ξύλινη στέγη.

Τα δύο διαμερίσματα του ιερού στεγάζονται με σταυροθόλια με νευρώσεις, χωρίς εγκάρσιο τόξο. Τα παρεκκλήσια χωρίζονται από το ιερό με τοίχους χωρίς ανοίγματα. Αργότερα ανοίχτηκε μια θύρα, ανάμεσα στο ιερό και το βόρειο παρεκκλήσι8.

Τα δυο παρεκκλήσια μοιάζουν να είναι σχεδόν ίδια, αλλά στο νότιο το σταυροθόλιο με νευρώσεις είναι πιο ψηλό, υποδεικνύοντας ότι αυτά δεν χτίστηκαν ταυτόχρονα9. Αυτό επιβεβαιώνεται έπειτα από μια προσεκτικότερη παρατήρηση, καθώς διαπιστώνεται και διαφορά πλάτους ανάμεσα στα ανοίγματα των τοξοστοιχιών των δυο παρεκκλησίων, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί διαφορετικά. Το νότιο διαμέρισμα φαίνεται ότι δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό σχέδιο και είναι μεταγενέστερη προσθήκη.

Το δάπεδο του ιερού είναι σχεδόν κατά 1,00μ. υπερυψωμένο από αυτό του κεντρικού κλίτους και η πρόσβαση πρέπει να γινόταν δια μέσου μερικών βαθμίδων. Σήμερα, το δάπεδό των παρεκκλησίων είναι υπερυψωμένο, λόγω της συγκέντρωσης αργών λίθων, αλλά την εποχή της Φραγκοκρατίας πρέπει να βρισκόταν στο επίπεδο των πλάγιων κλιτών. Αυτή η απουσία ομοιομορφίας δημιουργεί προβλήματα και, παρά το γεγονός ότι το νότιο κλίτος φαίνεται μεταγενέστερο, δεν υπάρχουν αποδείξεις για κάτι τέτοιο.

Τα τελευταία χρόνια ένας τοίχος χτίστηκε κατά μήκος του κεντρικού διαμερίσματος του ιερού, αλλά ένα τμήμα του απομακρύνθηκε κατά τη διάρκεια αναστηλωτικών έργων. Από αντίστοιχο τοίχο είναι φραγμένη και η είσοδος στο βόρειο παρεκκλήσι.

Εξωτερικό του κτηρίου
Εκτός από το ιερό και τα παρεκκλήσια που συνδέονται με αυτό, δεν σώζεται σχεδόν τίποτα από την ανωδομή του κυρίως ναού. Οι εξωτερικοί τοίχοι της ανατολικής πλευράς είναι κατασκευασμένοι από πελεκητούς λίθους. Σε μερικά σημεία εντοπίζονται τεμάχια πλίνθων, τα οποία χρησίμευαν για την πλήρωση μικρών κενών, πρακτική συνήθης στη βυζαντινή αρχιτεκτονική10.

Διαγώνιες αντηρίδες ενίσχυαν τις γωνίες των παρεκκλησίων και της αψίδας του ιερού. Σήμερα διατηρείται μια κάθετη στη βορειοδυτική γωνία του βόρειου παρεκκλησίου. Σε αυτό το σημείο διακρίνονται και τα ίχνη από μια κλίμακα που οδηγούσε στο μιναρέ. Κατά την Τουρκοκρατία, το μεγάλο ανατολικό παράθυρο περιορίστηκε και προστέθηκε ένα μιχράμπ.

Οι στέγες στο ανατολικό τμήμα προέρχονται από μεταγενέστερες επεμβάσεις, αλλά δεν φαίνεται να έχουν μεγάλη διαφορά από τις αρχικές.

Ο ναός πρέπει να ήταν πολύ μεγάλος σε μέγεθος και πιθανότατα είχε 10 διαμερίσματα και εγκάρσιο κλίτος, το οποίο όμως δεν προεξείχε11. Η οροφή του κεντρικού κλίτους πρέπει να ήταν λίγο υπερυψωμένη, κρίνοντας από τη διαφορά ύψους μεταξύ ιερού και παρεκκλησίων. Βέβαια, όλα αυτά είναι υποθέσεις, που δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από τα υπάρχοντα στοιχεία.

Δομινικανοί Μοναχοί
Οι Δομινικανοί, που έκτισαν την Αγία Σοφία, αποτελούσαν ένα μοναστικό τάγμα ιεροκηρύκων και πήραν το όνομά τους από τον ιδρυτή τους, τον Άγιο Δομίνικο. Κοιτίδα του τάγματος είναι η νότια Γαλλία και ειδικώς η περιοχή της Τουλούζης. Ο Άγιος Δομίνικος προερχόταν από τις τάξεις των Κιστερκιανών. Έτσι, υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ των δυο μοναστικών ταγμάτων, κυρίως σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική τους έκφραση. Η αρχιτεκτονική των Δομινικανών πλησιάζει αυτήν των Κιστερκιανών και διακρίνεται από μια κοινή προτίμηση προς τη λιτότητα και την αυστηρότητα της μορφής του κτηρίου. Τα οικοδομήματά τους χαρακτηρίζονταν από ταπεινότητα και μετριοφροσύνη. Οι μοναχοί όφειλαν να ακολουθούν κάποιους περιοριστικούς κανόνες ως προς το μέγεθος, τα υλικά και τη μορφή των ναών. Τα κτήριά τους δεν έφεραν πλούσιες διακοσμήσεις και το μέγεθός τους δεν επιτρεπόταν να είναι πολύ εκτεταμένο. Ωστόσο, αυτοί οι κανόνες χαλάρωσαν με την πάροδο των ετών. Δυστυχώς, δεν έχουν διασωθεί ακέραια δείγματα της πρώιμης τέχνης τους, όταν οι κατασκευαστικές αρχές τους θα πρέπει να εφαρμόζονταν με μεγαλύτερη πιστότητα.

Κύριο μέλημα των Δομινικανών ήταν να κηρύσσουν το δόγμα τους και να προσηλυτίζουν όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό πιστών. Γι’ αυτό το λόγο δεν περιορίζονταν στο κήρυγμα εντός των ναών, αλλά επέκτειναν τη δράση τους, με στόχο και τα άτομα που δεν προσέρχονταν στην εκκλησία. Οι δραστηριότητες αυτές επέβαλλαν την εγκατάστασή τους κοντά ή μέσα σε κατοικημένες περιοχές, σε αντίθεση με τους Κιστερκιανούς, οι οποίοι απέφευγαν την επαφή με τους λαϊκούς.

Η αρχιτεκτονική τους εξυπηρετούσε αυτές τις ανάγκες. Έπρεπε να κατασκευάσουν τις απαραίτητες εγκαταστάσεις των μονών τους μέσα στον πολεοδομικό ιστό των πόλεων, όπου ο διαθέσιμος χώρος ήταν περιορισμένος, και να προσαρμοστούν ανάλογα προς τις εκάστοτε συνθήκες. Σε αντίθεση με τους Κιστερκιανούς, ήταν περισσότερο πρόθυμοι να εγκατασταθούν σε ήδη ιστάμενους ναούς, πραγματοποιώντας μόνο τις τροποποιήσεις που έκριναν απαραίτητες. Σε αυτό συνέβαλλαν και οι περιορισμένες οικονομικές τους δυνατότητες, λόγω της έντονης αποστολικής τους δράσης.

Ο ναός της Αγίας Σοφίας της Ανδραβίδας είναι καθαρά δυτικός και έχει πολλά κοινά στοιχεία με άλλες εκκλησίες Δομινικανών στη Δύση. Ο Meerseman, ερευνητής της αρχιτεκτονικής του τάγματος, διαίρεσε τη δομινικανή αρχιτεκτονική σε τρεις περιόδους: η περίοδος της «σύλληψης» εκτείνεται από το 1216 έως το 1240, τα «παιδικά χρόνια» από το 1240 έως το 1264, και η «εφηβεία» από το 1264 έως το 1300. Η Αγία Σοφία πρέπει να ανήκει στη δεύτερη περίοδο, όταν οι Δομινικανοί προτιμούσαν βαθύτερη και μεγαλύτερη αψίδα και αποδεχόταν κάποια διακοσμητικά στοιχεία12. Διατήρησαν, όμως, το ασκητικό και πρακτικό πνεύμα των πρώτων ετών του τάγματος. Ο ναός της Αγίας Σοφίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαρτάται μορφολογικά από μια συγκεκριμένη σχολή της Γαλλίας, αλλά δείχνει προτίμηση στις πιο οικονομικές και απλές μορφές. Στην Ανδραβίδα πρέπει να είχαν την υποστήριξη του πριγκιπάτου, μιας και ο ναός χρησίμευε ως καθεδρικός. Ακόμη και εδώ, όπου οικοδόμησαν τον κύριο ναό για τη δημόσια λατρεία της τάξης των ηγεμόνων, παρέμειναν πιστοί στις αρχές της ταπεινότητας.

Γενικά, οι μοναστικοί ναοί που κατασκευάστηκαν από δυτικούς στην Ελλάδα κατά το 13ο αι. παρουσιάζουν κοινή μορφολογία. Η Παναγία στην Ίσοβα, ο ναός στο Ζαρακά και η Αγία Σοφία στην Ανδραβίδα μοιάζουν μεταξύ τους όχι μόνο στη γενική κάτοψη, αλλά και στις λεπτομέρειες. Μπορεί να γίνει λόγος όχι τόσο για ένα συνεργείο τεχνιτών που μετακινείται, αλλά μάλλον για ένα κοινό πνεύμα στον τρόπο κατασκευής που υιοθέτησαν οι μοναχοί13.

Ο Traquair ανάγει τη χρονολόγηση του ναού στις αρχές του 14ου αι. και δέχεται ότι πιθανόν ο Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουίνος να ήταν ο ιδρυτής του ναού, αλλά το τμήμα που σώζεται σήμερα πρέπει να είναι έργο του Γουλιέλμου, ή των πρώτων χρόνιων της κυριαρχίας των Ανδεγαυών14. Ο Bon χρονολογεί το ναό λίγο πριν από το 1250, μετά την εγκατάσταση των Δομινικανών στην Πελοπόννησο, το 124015. Πιο κοντά σε αυτήν τη χρονολόγηση είναι και η Kitsiki-Panagopoulos, που θεωρεί ότι πρόκειται πιθανότατα για την Αγία Σοφία που κατασκευάστηκε από το Γοδεφρείδο Β΄ Βιλλεαρδουίνο, όπως αναφέρεται στο χρονικό του Μορέως, κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του16.

Η σημασία της Αγίας Σοφίας της Ανδραβίδας είναι πολύ μεγάλη για τη μελέτη της γοτθικής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, παρά το γεγονός ότι τώρα πλέον διατηρείται μόνο το τμήμα του ιερού και λίγα σπαράγματα του υπολοίπου".


Υποσημειώσεις

1.Traquair R., “Frankish Architecture in Greece”, Journal of the Royal Institute of British Architects 30 (1923), 73. Μουτσόπουλος Ν., «Φράγκικες εκκλησίες στην Ελλάδα», Τεχνικά Χρονίκα 37 (1960), 11. Bon A., La Moreè Franque,Paris 1969, 20, 318-320, 547-553. Wallace D., Boase T.S.R., “The Arts in Frankish Greece and Rhodes”, A History of the Crusades, ed.by K.M. Setton, vol.IV, The Art and Architecture of the Crusader States, ed.by H.W.Hazard, Madison 1977, 212. Kitsiki- Panagopoulos B., Cistercian and Mendicant Monasteries in Medieval Greece, Chicago and London 1979, 66. Cooper N., “The Frankish Church of Saint Sofia at Andravida”, The Archeology of Medieval Greece(edit. P.Lock, G.Sanders), Oxford 1996,29-47. Coulson Mary Lee,”The Dominicant church of Saint Sophia at Andravida”, The Archeology of Medieval Greece(edit. P.Lock, G.Sanders), Oxford 1996, 49-59. Αθανασούλης Δ., «Μεσαιωνικά εκκλησιαστικά Μνημεία Ηλείας», Ο Μοναχισμός στην Πελοπόννησο, 4ος-15ος αι., Αθήνα 2004, 245-247. Κιτσίκη-Παναγοπούλου Μπ., « Δυτικός Μοναχισμός στην Πελοπόννησο. Κιστερκιανοί, Φραγκισκανοί και Δομινικανοί τον 13ο και 14ο αι.», Ο Μοναχισμός στην Πελοπόννησο, 4ος-15ος αι. , Αθήνα 2004, 297-299.

2.Traquair R., ό.π., 73. Μουτσόπουλος Ν., ό.π., 12. Kitsiki-Panagopoulos B., ό.π., 67. Ο Pouqueville είδε το ναό το 1805: Pouqueville, Voyage de la Grece, vol.XII,1805, p.566.

3.Bon A., ό.π., 100, 319.

4.Sheppard C., “Excavations at the Cathedral of Santa Sofia, Andravida, Greece”, Gesta 25/1(1986), 139-144.

5.Cooper N., ό.π., 29-47.

6.Rodd R., The Princes of Achaea and the Cronicle of Morea, London 1907, vol.I, 174. Traquair R., ό.π., 73.

7.Bon A., ό.π., 548.

8.Traquair R., ό.π., 73.

9.Kitsiki-Panagopoulos B., ό.π., 69. Sheppard C., ό.π., 139. Coulson M., ό.π., 50-53. Αθανασούλης Δ., ό.π., 246. Κιτσίκη-Παναγοπούλου Μπ., ό.π., 298-299.

10.Μουτσόπουλος Ν., ό.π., 12.

11.Bon A., ό.π., 552.

12.Kitsiki-Panagopoulos B., ό.π., 74, υποσ.24.

13.Στο ίδιο, 559, 575.

14.Traquair R., ό.π., 76.

15.Bon A., ό.π., 547.

16.Kitsiki-Panagopoulos B., ό.π., 77.

Χρύσα Σαββίδη - Δ/νση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων στα πλαίσια του έργου GOTHICmed του προγράμματος CULTURE 2000 της Ε.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου